dyslexia

Η δυσλεξία (dyslexia) αποτελεί μια ειδική διαταραχή του γραπτού λόγου, η οποία επηρεάζει γνωστικούς τομείς του ατόμου που σχετίζονται με την ανάγνωση (reading) και την (ορθογραφημένη) γραφή (spelling), σε συνδυασμό ή μη με τα μαθηματικά. Η γενική νοημοσύνη του ατόμου με δυσλεξία βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με την αναγνωστική του ικανότητα.

Οι όροι που έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψουν το φαινόμενο της δυσλεξίας είναι: «ειδική αναγνωστική καθυστέρηση» (specific reading retardation),  «ειδική αναγνωστική ανικανότητα» (specific reading disability), «ειδική αναγνωστική διαταραχή» (specific reading disorder), «ειδική εξελικτική δυσλεξία» (specific developmental dyslexia), «πρωτογενής αναγνωστική καθυστέρηση» (primary reading retardation).

 

ΟΡΙΣΜΟΣ

Ο όρος «δυσλεξία» χρησιμοποιείται ως συνώνυμος των όρων της διαταραχής της ανάγνωσης και της μαθησιακής δυσκολίας στην ανάγνωση. Έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί στην προσπάθεια περιγραφής της δυσλεξίας, οι οποίοι εστιάζονται στο εκάστοτε επιστημονικό ρεύμα που ανήκει ο κάθε ερευνητής. Οι διαφορετικές αυτές απόψεις προέρχονται από τις επιστήμες της ιατρικής, της ψυχολογίας και της παιδαγωγικής.

Οι περισσότεροι ορισμοί για τη δυσλεξία εστιάζουν στον αποκλεισμό της από άλλες μαθησιακές δυσκολίες που οφείλονται κυρίως σε συναισθηματικούς, περιβαλλοντικούς και νοητικούς παράγοντες. Η δυσλεξία πρέπει να ορίζεται με αρνητικούς όρους (Benton, 1978). Ο Eisenberg (1978)  υποστηρίζει ότι ο «αρνητικός» ορισμός του συνδρόμου της δυσλεξίας είναι χρήσιμος θεωρώντας τη δυσλεξία ως «μια αποτυχία του παιδιού να μάθει να διαβάζει με κανονική επάρκεια ανεξάρτητα από τη συμβατική διδασκαλία, ένα πολιτισμικά επαρκές οικογενειακό περιβάλλον, κατάλληλα κίνητρα, ανέπαφες αισθήσεις, κανονική νοημοσύνη και απαλλαγή από χονδροειδές νευρολογικό έλλειμμα» (Eisenberg, 1967, σσ 33-34).

Η δυσλεξία είναι «απροσδόκητη αποτυχία ή πολύ χαμηλή επίδοση στην ανάγνωση  και γραφή, που δε δικαιολογεί η ηλικία, οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες και το  νοητικό επίπεδο του παιδιου» (ΥΠΕΠΘ-Γενική Γραμματεία Ειδικής Αγωγής, 1989).
Μέχρι πρόσφατα, ο ακόλουθος ορισμός της δυσλεξίας από την αμερικανική Εταιρεία Δυσλεξίας Orton Society (1994) χρησιμοποιήθηκε ευρέως: «Δυσλεξία είναι μία δυσλειτουργία που έχει νευρολογική και συχνά κληρονομική βάση, και η οποία συνδέεται με την κατάκτηση και την επεξεργασία της γλώσσας διαφέροντας ως προς το βαθμό σοβαρότητας, εκδηλώνεται ως δυσκολία στην πρόσληψη και έκφραση της γλώσσας, (συμπεριλαμβανομένης και της φωνολογικής επεξεργασίας), στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία, στη γραφή με το χέρι και μερικές φορές στην αριθμητική. Η δυσλεξία δεν είναι αποτέλεσμα της έλλειψης κινήτρων, αισθητηριακής βλάβης, ανεπάρκεια σε μορφωτικές ή περιβαλλοντικές ευκαιρίες, ή άλλες περιορισμένες συνθήκες, αλλά μπορεί να εμφανισθεί μαζί με αυτές τις συνθήκες. Παρόλο που η δυσλεξία διαρκεί όσο και η ζωή, τα άτομα με δυσλεξία συχνά ανταποκρίνονται με επιτυχία στην έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση» (Pumfrey,1997∙Thomson,1997).                                                                              

Σύμφωνα με τη Βρετανική Εταιρεία Δυσλεξίας (1997), η Δυσλεξία ορίζεται ως «μια σύνθετη νευρολογική κατάσταση που έχει ιδιοσυστασιακή προέλευση. Τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάζουν πολλούς τομείς της μάθησης και της δραστηριότητας, και μπορεί να περιγραφεί ως ειδική δυσκολία στην ανάγνωση, την ορθογραφία και τη γραπτή γλώσσα. Ένας ή περισσότεροι από τους τομείς αυτούς μπορεί να επηρεάζονται. Ο χειρισμός των αριθμών και των μουσικών σημείων, οι κινητικές λειτουργίες και οι οργανωτικές δεξιότητες μπορεί ακόμα να εμπλέκονται. Ωστόσο, σχετίζεται ιδιαίτερα με τον έλεγχο του γραπτού λόγου, αν και ο προφορικός λόγος επηρεάζεται σε κάποιο βαθμό» (Jacobson, 1997, σελ.33).

  

Επιμέλεια:                                           

Μπούφαλη Ευτυχία               
Ειδική Παιδαγωγός-Ψυχοπαιδαγωγός
MΕd Δυσλεξία- Μαθησιακές Δυσκολίες    
Υπεύθυνη του κέντρου Happyminds   
Pin It